κυνοραίστης

κυνοραίστης
κυνοραιστής, κυνοραϊστής ο собачий клещ

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "κυνοραίστης" в других словарях:

  • κυνοραιστής — dog tick masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνοραιστής — και κυνορ(ρ)αίστης και κυνοραϊστής, ο (Α κυνοραιστής, οῡ) παράσιτο τών σκύλων, κρότωνας, τσιμπούρι («ἔνθα κύων κεῑτ Ἄργος ἐνίπλειος κυνοραιστέων», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κυν(ο) * + ρ(ρ)αίστης / ρ(ρ)αϊστής (< ραίω «συντρίβω, καταστρέφω») πρβλ …   Dictionary of Greek

  • κυνοραιστέων — κυνοραίστης masc gen pl (epic ionic) κυνοραιστής dog tick masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνοραιστῶν — κυνοραίστης masc gen pl κυνοραιστής dog tick masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνοραισταί — κυνοραιστής dog tick masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνοραιστήν — κυνοραιστής dog tick masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνοραιστάς — κυνοραιστά̱ς , κυνοραιστής dog tick masc acc pl κυνοραιστά̱ς , κυνοραιστής dog tick masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνοραίστας — κυνοραίστᾱς , κυνοραίστης masc acc pl κυνοραίστᾱς , κυνοραίστης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυν(ο)- — (AM κυν[ο] ) α συνθετικό λέξεων τής Ελληνικής που ανάγεται στη λ. κύων, κυνός «σκύλος» και σημαίνει ότι αυτό που δηλώνεται από το β συνθετικό αναφέρεται στους σκύλους (κυνομαχώ, κυνοειδής, κυνοκλόπος) το κυν(ο) απαντά συχνά σε ονομασίες φυτών… …   Dictionary of Greek

  • κυνοραιστίδιον — κυνοραιστίδιον, τὸ (Μ) [κυνοραιστής] 1. τσιμπούρι 2. ενοχλητικό άτομο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»